Αναρτήθηκε από: Τέκμωρ | Αύγουστος 31, 2010

Ο Ελληνας ανά τους αιώνες!

Δεν ανήκω σ’ αυτούς που πιστεύουν ότι είμαστε απ’ευθείας απόγονοι των Αρχαίων Ελλήνων, αλλά ούτε και σ’αυτούς που λένε ότι ουδεμία σχέση έχουμε. Κινδυνεύει όμως να γκρεμίσει τα πιστεύω μου η αναδημοσίευση του Γ. Μαρίνου, στο ΒΗΜΑ, επιστολής του Ρωμαίου συγκλητικού Μενένιου Απιου προς τον φίλο του Ατίλιο Νάβιο, που επρόκειτο να τον διαδεχθή στη διακυβέρνηση της Αχα’ί’ας πριν από 2300 !χρόνια.  ΑΠΟΛΑΥΣΤΕ ΤΗΝ!

«Ο Ελληνας είναι πιο εγωιστής από εμάς και συνεπώς από όλα τα έθνη του κόσμου. Το άτομό του είναι “πάντων χρημάτων μέτρον” κατά το ρητό του Πρωταγόρα. Αδέσμευτο, αυθαίρετο και ατίθασο, αλλά και αληθινά ελεύθερο, ορθώνεται το “εγώ” των Ελλήνων. Χάρις σε αυτό σκεφθήκανε πηγαία,πρώτοι αυτοί,όσα εμείς αναγκαζόμαστε σήμερα να σκεφθούμε σύμφωνα με τη σκέψη τους. Χάρις σε αυτό βλέπουν με τα μάτια τους και όχι με τα μάτια εκείνων που είδαν πριν από αυτούς.

(…) Ομως ήρθανε καιροί όπου ο ελληνικός εγωισμός ξέχασε την τέχνη που οικοδομεί τους ιδανικούς κόσμους, αλλά δεν ξέχασε την τέχνη που γκρεμίζει τις πραγματικές πολιτείες. Και εμείς τους συναντήσαμε σε τέτοιους καιρούς και γι΄ αυτό η κρίση μας γι΄ αυτούς συμβαίνει να είναι τόσο αυστηρή που κάποτε καταντά άδικη. Η μοίρα μας έταξε νομοθέτες του κόσμου και το ελληνικό άτομο περιφρονεί τον νόμο. Δεν παραδέχεται άλλη κρίση δικαίου παρά την ατομική του, που δυστυχώς στηρίζεται σε ατομικά κριτήρια. Απορείς πώς η πατρίδα των πιο μεγάλων νομοθετώνέχει τόση λίγη πίστη στον νόμο. Πείθονται μόνο στα ρήματα τα δικά τους και ή αλλάζουν τους νόμους κάθε λίγο ανάλογα με τα κέφια της στιγμήςή,όταν δεν μπορούν να τους αλλάξουν, τους αντιμετωπίζουν σαν εχθρικές δυνάμεις και τότε μεταχειρίζονται εναντίον τους ή τη βία ή τον δόλο. Α! πόσο την χαίρεται ο Ελληνας την εύστροφη καταδολίευσή τους, τους σοφιστικούς διαλογισμούς που μεταβάλλουν τους νόμους σε ράκη! Ο Ελληνας έχει την πιο αδύναμη μνήμη από μας, έχει λιγότερη συνέχεια. Θες να σαγηνεύσεις την εκκλησία του δήμου σε μια πόλη ελληνική; Πες τους:“Σας υπόσχομαι αλλαγή”. Πες τους:“Θα θεσπίσω νέους νόμους”.

Οι Ελληνες λίγα πράγματα σέβονται και σπάνια όλοι τους τα ίδια. Και προς καλού και προς κακού στέκουν επάνω από τα πράγματα.Για να κρίνουν αν ένας νόμος είναι δίκαιος θα τον μετρήσουν με το μέτρο της προσωπικής τους περίπτωσης, ακόμα κι όταν υπεύθυνα τον κρίνουν στην εκκλησία ή στο δικαστήριο. Ο Ελληνας ζητεί από τον νόμο δικαιοσύνη για τη δική του προσωπική περίπτωση. Εάν τύχει και ο νόμος, δίκαιος στην ολότητά του και δεν ταιριάζει σε λίγες περιπτώσεις όπως η δική του,δεν μπορεί να το παραδεχθεί.Δεν δέχεται να θυσιάσει την δική του περίπτωση, το δικό του εγώ σε έναν νόμο σκόπιμο και δίκαιο στη γενικότητά του»

 
Μας θυμίζουν κάτι όλ’ αυτά; Μήπως το ίδιο μας τον εαυτό; Μήπως τον διαπλεκόμενο ψευτόμαγκα χούλιγκαν σύγχρονο ελληναρά, που δίκαιο θεωρεί, φυσικά, το προσωπικό του δίκαιο, άντε και της όποιας συντεχνίας του;  Ιδού λοιπόν, το κατ’ εξοχήν  λαμπρόν πεδίο  δόξης , γιά να ξεδιπλώσει ο Ελληνας (δήθεν και) πολίτης τα ταλέντα του: ΟΙ ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ! Ξαναήρθε η ώρα να τακτοποιήσει τις «υποθέσεις» του με την διεφθαρμένη αδηφάγα τοπική εξουσία!
Σα να μη πέρασε μιά μέρα…
Ολέ!
Ο Αλιεύς
Advertisements

Responses

  1. Nα που οι ερασιτέχνες πολλές φορές βάζουν τα γυαλιά στους «επαγγελματίες»! Ομολογώ την άγνοιά μου πάνω στη ιστορία αυτού του κειμένου. Θα προσέχω στο εξής τα δημοσιεύματα των «έγκυρων» εφημερίδων όπως το ΒΗΜΑ! Δυστυχώς δε μπορώ ν’ αλλάξω και τη γνώμη μου γιά το πως ψηφίζει ο Ελληνας «πολίτης».
    Ειλικρινά συγχαρητήρια φίλε ερασιτέχνη και δεν εύχομαι καθόλου την προαγωγή σου σε επαγγελματία! Με τις γνώσεις που έχεις θα μας πάρεις τη μπουκιά (του ψαριού) από το στόμα!
    Νάσαι καλά!
    Ο επαγγελματίας Αλιεύς

  2. Η φάρσα του Κωστάκη Τσάτσου και ο κ. Γ. Μαρίνος

    Δημοσιεύθηκε από sarant στο 24 Αυγούστου, 2010

    Πριν από 55 και βάλε χρόνια, ο Κωνσταντίνος (ή Κωστάκης) Τσάτσος, γερός συντηρητικός λόγιος και στυλοβάτης των κυβερνήσεων της καραμανλικής ΕΡΕ, που αργότερα έγινε πρόεδρος της Δημοκρατίας, έγραψε μερικά καλογραμμένα δοκίμια για τον χαρακτήρα των Νεοελλήνων και είχε μια φαεινή πραγματικά ιδέα. Αντί να τα υπογράψει με το όνομά του, οπότε θα συναντούσαν από παγερή αδιαφορία έως ενοχλημένες αντιδράσεις, τα παρουσίασε σαν μετάφραση από τα… λατινικά, τάχα ότι ήταν επιστολές που έγραψε ο Ρωμαίος συγκλητικός Μενένιος Άπιος προς τον φίλο του Ατίλιο Νάβιο, που επρόκειτο να αναλάβει ως ανθύπατος τη διακυβέρνηση της ρωμαϊκής επαρχίας της Αχαΐας. Ο Μενένιος (ανύπαρκτο βέβαια πρόσωπο) υποτίθεται πως είχε ήδη υπηρετήσει σ’ αυτή τη θέση και θέλησε να μεταφέρει την πείρα του στον φίλο του, να του υποδείξει πώς να κουμαντάρει τους Έλληνες.

    Για να πάρετε μια μικρή γεύση από τις δήθεν συμβουλές του Μενενίου: Θες να σαγηνεύσεις την εκκλησία του δήμου σε μια πόλη ελληνική; Πες τους:“Σας υπόσχομαι αλλαγή”. Πες τους:“Θα θεσπίσω νέους νόμους”.

    Υποτίθεται ότι σε μια ανασκαφή στην Αίγυπτο, στα ερείπια της αρχαίας Οξυρρύγχου, είχαν έρθει στο φως μερικοί πάπυροι που περιείχαν τις επιστολές του Μενενίου, και ένας φίλος του Τσάτσου, καθηγητής σε ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο, του είχε δώσει το λατινικό κείμενο.

    Η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Νέα Εστία, που επί σειρά ετών συγκέντρωνε την αφρόκρεμα της συντηρητικής (και όχι μόνο, για να είμαστε δίκαιοι) διανόησης. H «ανακάλυψη» συζητήθηκε πολύ. Το θέμα είναι ότι ο Κ. Τσάτσος όχι μόνο δεν παραδέχτηκε αμέσως ή έστω λίγους μήνες αργότερα ότι επρόκειτο για φάρσα, αλλά και αναδημοσίεψε το πλαστό κείμενο στο βιβλίο του «Αφορισμοί και διαλογισμοί (β’ σειρά)» (Εστία, 2η έκδ. 1970, σελ. 243 κ.ε.) Έτσι του προσέδωσε αυξημένο κύρος και για πολλά χρόνια πάρα πολλοί πίστευαν πως το κείμενο ήταν μετάφραση από αυθεντικές επιστολές της ρωμαϊκής εποχής.

    Πολλοί αλλά όχι όλοι, διότι η Αθήνα είναι μικρό μέρος και αρκετοί ήξεραν το μυστικό. Έτσι, όταν το 1983 έγινε θόρυβος από τις εφημερίδες για τη γνησιότητα των επιστολών, αναγκάστηκε τελικά ο Κ. Τσάτσος να ομολογήσει ότι ήταν φάρσα. Διακινδυνεύω την υπόθεση ότι είχε σκοπό να το αποκαλύψει πολύ νωρίτερα, αλλά γοητεύτηκε από την επιτυχία της φάρσας και δεν του έκανε καρδιά να «σκοτώσει» τον ήρωά του.

    Τέλος πάντων, παρά τη διάψευση, η οποία επανελήφθη αργότερα σε αρκετά έγκυρα έντυπα, το πλαστό κείμενο δεν έπαψε να αναδημοσιεύεται κατά καιρούς σε εφημερίδες, ακόμα και σε βιβλία. Η ακαταμάχητη γοητεία του πλαστού κειμένου πήγαζε (κατά τη γνώμη μου) από το ότι περιλάμβανε ορισμένες παρατηρήσεις για τους αρχαίους Έλληνες που φαίνονταν να ταιριάζουν ακριβώς και στις μέρες μας, σαν να ήταν γραμμένες για τους για τους νεοέλληνες –καθόλου περίεργο, αφού στην πραγματικότητα ήταν γραμμένες για τους για τους νεοέλληνες! Το κείμενο πετύχαινε με ένα σμπάρο δυο καλοθρεμμένα τρυγόνια: από τη μια έδινε μερικές καλογραμμένες και ευστοχοφανείς παρατηρήσεις για τον χαρακτήρα του Νεοέλληνα, και από την άλλη επιβεβαίωνε πανηγυρικά τη συνέχεια της φυλής, αφού Νεοέλληνες και αρχαίοι εμφανίζονταν να μοιράζονται τα ίδια προτερήματα και ελαττώματα.

    (Λέω «ευστοχοφανείς», που είναι δικός μου πρωτολογισμός –δεν έχει ούτε μια γκουγκλιά– διότι πιστεύω πως οι παρατηρήσεις του Τσάτσου/Μενένιου περί Ελλήνων φαίνονται εύστοχες· είναι κιόλας; δεν ξέρω).

    Πρόπερσι, τον μύθο επανέλαβε ο Π. Σαββίδης της ΕΤ3 και ο Στ. Παπαθεμελής του έστειλε γράμμα στο οποίο ανασκεύαζε τον μύθο. Εκεί ο Στ.Π. δίνει αρκετά στοιχεία για το ιστορικό του μύθου. Ωστόσο, ο μύθος συνέχισε να διαδίδεται (τον βρήκα σε κάμποσα ιστολόγια). Κι έτσι, προχτές, στο κυριακάτικο Βήμα, τον αναμετέδωσε στη στήλη του ο κ. Γ. Μαρίνος, ο οποίος μάλιστα υπόσχεται να επανέλθει στο θέμα.

    Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Γ. Μαρίνος γίνεται αντηχείο για μύθους. Οι ταχτικοί θαμώνες του ιστολογίου θα θυμούνται ότι πέρσι τον Νοέμβρη είχε αναμεταδώσει από τη στήλη του τα αυστραλιανά ξενόφοβα ψέματα, ενώ πολύ παλιότερα τον μύθο για τη δήλωση Κίσινγκερ, αν και με χαρά μου αναγνωρίζω ότι και στις δυο περιπτώσεις, μόλις πείστηκε ότι επρόκειτο για μύθους, δεν δίστασε να το παραδεχτεί, με παρρησία και χωρίς περιστροφές.

    Στην περίπτωση του ψευτορωμαϊκού κειμένου έχει κάποια ελαφρυντικά παραπάνω, διότι άλλοι κι άλλοι την έχουν πατήσει κι έχουν πιστέψει την αυθεντικότητα του κειμένου (μέχρι και ο Απόστολος Βακαλόπουλος, που έβαλε τους ψευτοπαπύρους στο βιβλίο του για τον Χαρακτήρα των Ελλήνων, αλλά σε επόμενη έκδοση επανόρθωσε, αν πιστέψουμε τον Παπαθεμελή). Όμως, από έναν παλαίμαχο δημοσιογράφο που ζει μέσα στην πιάτσα, θα περίμενα να έχει ακούσει την ιστορία. Βέβαια, στο περιοδικό που διεύθυνε ο κ. Μαρίνος παλιά, τον Οικονομικό Ταχυδρόμο, είχε δημοσιευτεί στις 13.10.1983 εκτενές άρθρο που θεωρούσε αληθινά τα κείμενα του ψευτοΜενενίου, λίγους μήνες μετά την (κατά Παπαθεμελή) ομολογία του Τσάτσου ότι ήταν φάρσα, οπότε η επανάληψη δημιουργεί την εντύπωση της γνησιότητας. (Και ο Μικροπολιτικός των Νέων, το 1988, είχε ανακαλύψει τις ίδιες τάχα αυθεντικές επιστολές και μάλιστα… σε μοναστήρι της Πάτμου!)

    Θα προσέξατε ότι διατηρώ κάποιαν επιφύλαξη για την ακρίβεια των δεδομένων που δίνει ο Παπαθεμελής, ο οποίος μας πληροφορεί ότι ο θόρυβος έγινε τον Μάιο του 1983 από τις εφημερίδες Εστία και Καθημερινή και ότι η ομολογία του Τσάτσου περί φάρσας δημοσιεύτηκε στο φύλλο της Καθημερινής της 27ης Μαΐου 1983. Κατά πάσα πιθανότητα είναι ακριβή τα στοιχεία που δίνονται, αλλά δεν έχω μπορέσει να τα διασταυρώσω ή να τα επαληθεύσω. Χωρίς διασταύρωση ή αυτοψία κρατάω πάντα επιφυλάξεις, ανεξάρτητα από το ποιος λέει κάτι, μακάρι να είναι κι ο Πάπας. Το εκνευριστικό είναι ότι στο ονλάιν αρχείο της Καθημερινής τα φύλλα δίνονται με πολύ χαμηλή ανάλυση που δεν με αφήνει να ελέγξω τα περιεχόμενά τους, ενώ από το ονλάιν αρχείο λογοτεχνικών περιοδικών του ΕΚΕΒΙ λείπουν τα τεύχη της Νέας Εστίας για το μισό 1954, οπότε δεν μπορώ ούτε την πρώτη δημοσίευση να δω. Αλλά οι επιφυλάξεις μου είναι για τις ημερομηνίες, όχι για την ουσία του θέματος. Εκεί, δεν υπάρχει αμφιβολία: πρόκειται για πετυχημένη φιλολογική φάρσα.

    Θα μου πείτε, αφού δεν προσκομίζω κανένα νέο στοιχείο, γιατί να με πιστέψετε όταν σας λέω ότι είναι πλέον αποδεδειγμένη η πλαστότητα των «Οξυρρυγχείων» κειμένων; Μόνο για τα ωραία μου τα μάτια; Καταρχάς, το λέει και ο κ. Παπαθεμελής. Κι έπειτα, το λέει και η ίδια η Νέα Εστία, σε άρθρο δημοσιευμένο τα Χριστούγεννα του 1997, στο αφιερωματικό τεύχος για τα δεκάχρονα από τον θάνατο του Κωστάκη Τσάτσου.

    Το άρθρο είναι του Αντωνίου Γ. Δροσόπουλου και έχει τίτλο «Δυο ανθύπατοι για τους Έλληνες και τους πολιτικούς τους». Παραλληλίζεται το βιβλίο ενός Αμερικανού, του Λήπερ, με το κείμενο του Τσάτσου και ο συγγραφέας δηλώνει απερίφραστα ότι το κείμενο του Τσάτσου είναι μια καλογραμμένη φάρσα: «…και ο παλιός ανθύπατος και ο διάδοχός του, στον οποίο γράφει τις σκέψεις του, και η επιστολιμική μορφή των κειμένων, δεν είναι παρά μια λογοτεχνική επένδυση του Κωνσταντίνου Τσάτσου, για να κάνει πιο επαγωγό την πρόσληψη εκείνου που ήθελε να πει. Αποτελεί φόρο τιμής στη συγγραφική του μαστοριά, ότι όχι μία φορά αναγνώστες που δεν ήταν διόλου άμοιροι της φιλολογικής και ιστορικής γνώσης του κόσμου, ξεγελάστηκαν και αναφέρθηκαν στους ‘Οξυρρύγχειους Παπύρους’ σαν να ήταν γνήσιο εύρημα των αρχαιολόγων». Σκαναρισμένη η σελίδα του περιοδικού, εδώ.

    Ένας άλλος λόγος που παρουσιάζω το άρθρο σήμερα αντί να περιμένω να επαληθεύσω και την παραμικρή ημερομηνία είναι επειδή ελπίζω αφενός μήπως το δει ο Γ. Μαρίνος και διορθώσει σε επόμενη επιφυλλίδα το λάθος του και αφετέρου μήπως κάποιος από τους σοφούς αναγνώστες μου προσθέσει νέα τεκμήρια. Οπότε, η σκυτάλη σε σας, φίλτατοι!


Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: