Αναρτήθηκε από: Τέκμωρ | Μαρτίου 2, 2013

Ο Μτσούνος: Ο πικρός καφές του συνταξιούχου

Girateia

 

Πλακώσαν οι λογαριασμοί, ρεύματα, εφορία,

και ποιά λογιέμαι στη ζωή πληρώνω αμαρτία.

Κίνησα στο χασάπικο μια σπάλα για να πάρω,

κι σα μου είπαν τη τιμή αντίκρυσα το χάρο.

Ψώνισ’ απ΄το μπακάλικο να κάνω φασολάδα,

απ’ τα λεφτά που έδωσα μ’ έπιασε μια ζαλάδα.

Τα βερεσέδια πια βουνό και η κυρά γκρινιάζει,

κλειστά παραθυρόφυλλα και το ταβάνι στάζει.

Πενήντα χρόνια δούλεψα εργάτης στα χωράφια,

η σύνταξ’ έμεινε μισή, που να τους βγουν τα μάτια.

Σέρνω τα βήματα βαριά, βράδυ στο ταβερνάκι,

με φίλους μέσα στο κρασί να πνίξω το φαρμάκι.

Πικρός καφές, πικρό το βιός, πικρά και τα στερνά μας,

έτσι που καταντήσαμε, καλύτερα καλιά μας!

Ο Μτσούνος

Σκιάθος 1 Μαρτίου 2013

Advertisements

Responses

  1. Κι εγώ ξάπλα στον καναπέ τον Σουλεïμάν θα βλέπω,
    μήτε με νοιάζει αν θα καώ μήτε κι αν θα τα παίξω,
    γιατί εγώ να σηκωθώ, γιατί να το κουράσω,
    κι έχω μονάχα να σου πω, σφάξε μ’ Αντώνη ν’ αγιάσω.
    ν.


Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: