Αναρτήθηκε από: Τέκμωρ | Αύγουστος 29, 2013

Failure story ή, πως προετοιμάστηκε μεθοδικά «η κακιά η ώρα»

Ο Γιάννης Αγιάννης, φυλακίστηκε και κυνηγήθηκε επειδή έκλεψε ένα καρβέλι ψωμί. Στην μυθιστορηματική εκδοχή της Γαλλίας των αρχών του 19ου αιώνα, η οικονομική καταπίεση του λαού και η ανάγκη για δικαιοσύνη εκφράστηκε από τον Βίκτορα Ουγκώ με την καταγραφή όσων πέρασε ο ήρωας και οι συγκαιρινοί του ώστε να κερδίσουν το δικαίωμα στο ψωμί και την ελευθερία τους.

Στην Ελλάδα του 2013, ο 19χρονος Θανάσης, κυνηγήθηκε μόνον. Πιεσμένος από τον ελεγκτή, μην έχοντας να πληρώσει το πρόστιμο, έπεσε από το όχημα με αποτέλεσμα να χάσει τη ζωή του.

Δεν πρόκειται για δολοφονία, τουλάχιστον εκ προθέσεως ― το 19χρονο παιδί σκόνταψε πέφτοντας στο κενό, λένε οι ως τώρα ενδείξεις. Πρόκειται όμως για τραγωδία. Μια τραγωδία η οποία δεν αποτελεί απλό αποτέλεσμα της «κακιάς στιγμής» ή της νεανικής παρόρμησης. Αποτελεί ταυτόχρονα εκδήλωση μιας μακρόχρονης και επίμονης διαδικασίας συντριβής και της χώρας μας και ημών, των κατοίκων της. Οι ηθικολογούντες επί της τιμής του εισιτηρίου και οι συμπολιτευόμενοι διανοούμενοι μπορεί να μην το αισθάνονται, αλλά ο απλός κόσμος το ένιωσε από την πρώτη στιγμή: ο Θανάσης συνετρίβη.

Ο Θανάσης συνετρίβη στο Περιστέρι. Τον τρίτο μεγαλύτερο Δήμο της χώρας (και σπίτι μου). Δήμο εργατών, οικοδόμων, υπαλλήλων, που εργάστηκαν χρόνια για να αποκτήσουν ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι τους και να σπουδάσουν τα παιδιά τους. Ένα φτωχό, λαϊκό προάστιο ― με ανθρώπους και ιστορίες που έλειπαν πάντα από την εκσυγχρονιστική προπαγάνδα της Ελλάδας «στους ισχυρούς της Ευρώπης», όπως έλειπαν και από τις ταινίες, τα βιβλία και τις αφηγήσεις της κυριλέ μας διανόησης.

Οσες κατηγορίες ανέργων χωρά μια φράση, κι ακόμη περισσότερες, χωράει το Περιστέρι.Τα εκατοντάδες λουκέτα, η ανεργία, οι περικοπές, η εξάντληση της αυστηρότητας στους αδυνατούντες να πληρώσουν, η απειλή της εφορίας και της κατάσχεσης, η αίσθηση πνιγμού δίχως καμμία διέξοδο ― όλα αυτά είναι η καθημερινότητα (και) στο Περιστέρι. Όλα αυτά κατασκεύασαν το σκηνικό στο οποίο εξελίχθηκε η τραγωδία, το σκηνικό μιας παράστασης που έστησαν η κυβέρνηση με την Τρόικα και διαφήμισαν ως αναγκαία οι δημοσιολογούντες μνημονιακοί, οι συμπολιτευόμενοι και οι «κοινωνικοί αυτοματιστές».

Πράγματι, ο Θανάσης δεν πλήρωσε το αντίτιμο του εισιτηρίου. Όπως και ο Γιάννης Αγιάννης είχε όντως κλέψει εκείνο το ψωμί. Ναι, ο ελεγκτής «απλώς» έκανε τη δουλειά που του είχαν αναθέσει. Όπως άλλωστε και ο επιθεωρητής Ιαβέρης. Και, ναι, ο Θανάσης μπορούσε να επιλέξει να μην πηδήξει από το τρόλλεϋ. Το βάρος όμως των 80 ευρώ του προστίμου δεν είχε επιλογή να μην το νιώσει. Ιδιαίτερα σε μια εποχή που αυτά τα 80 ευρώ αντιστοιχούν στο 1/4 του μηνιάτικου πολλών από τους νέους που έχουν την τύχη να εργάζονται.

Ο 19χρονος Θανάσης ― που αγχώθηκε για ογδόντα ευρώ πρόστιμο ― δεν είναι περίπτωση μοναδική.

Είναι ένας από τα εκατομμύρια των ανέργων που αγχώνονται για τα χρήματα του μήνα, για το νοίκι, για το φαγητό, για τα έξοδα των παιδιών. Ένας από τα εκατομμύρια ηλικιωμένων που μετράνε τα λεφτά, και ζυγιάζουν αν θα πάρουν τα ψώνια του μήνα ή τα φάρμακα που χρειάζονται. Ένας από τα εκατομμύρια των ελεύθερων επαγγελματιών που τρέμουν τις απειλητικές επιστολές του ΟΑΕΕ. Ένας από τις εκατοντάδες χιλιάδες μικρέμπορους και καταστηματάρχες που έβαλαν ή ετοιμάζουν το λουκέτο. Ένας από τις εκατοντάδες χιλιάδες δημοσίων υπαλλήλων που, ύστερα από περικοπές 40%, περιμένουν τις μουσικές καρέκλες των απολύσεων που διέταξε η τρόικα. Και αν στην περίπτωση του Θανάση ήρθε αποπάνω και η «κακιά η ώρα», στις χιλιάδες αυτοκτονίες συμπολιτών μας, συχνά με σημειώματα περί οικονομικής και κοινωνικής ασφυξίας, το έγκλημα είναι προμελετημένο.

Το κυνήγι των ογδόντα ευρώ από το σύγχρονο Ιαβέρη ― ξημερώματα, σε λαϊκή γειτονιά όπου η κρίση θερίζει, σε νέο παιδί όπου η ανεργία θερίζει, με το τσαμπουκά του κυνηγού κεφαλών ― είναι μικρογραφία της πολιτικής του Μνημονιακού κράτους. Ενός κράτους το οποίο ξετινάζει τους ασθενέστερους ενώ στηρίζει τα μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα, το οποίο απαιτεί όλο και περισσότερα χωρίς να αναγνωρίζει κρίση και ανεργία, το οποίο απειλεί (με απολύσεις, κατασχέσεις και πλειστηριασμούς) ― ενός κράτους, εντέλλει, για το οποίο το εισιτήριο που δεν έκοψε ο Θανάσης αποτελεί μια ακόμη αφορμή για να φωνάξει «μαζί τα φάγαμε».

Το φράκταλ της καταστροφής

Το σκηνικό της πρόσφατης τραγωδίας, οι μαζικές συγκοινωνίες, είχαν την ίδια μοίρα με κάθε επιμέρους τομέα, αποτελώντας και αυτές τμήμα και μικρογραφία της συνολικής Κρίσης: κατασπατάληση του δημοσίου χρήματος σε ιδιώτες εργολάβους και ξένες πολυεθνικές, γλέντι ημέτερων μεγαλοστελεχών, συκοφάντηση των εργαζομένων, απολύσεις, καταστολή, ακρίβεια, αναλγησία, ξεπούλημα, απελπισία.

Παράδειγμα το Μετρό, το οποίο δεν έχει παρά λίγους μήνες που έφτασε στο Περιστέρι: υπερκοστολογημένο πάνω απ’το διπλάσιο της αξίας του από καπάτσους ξένους και ντόπιους ιδιώτες, σχεδιασμένο και κοστολογημένο με γνώμονα τις μίζες (με τη συνεργία της Siemens, την οποία μόλις χθες μήνυσε η (Ολυμπιακή) πόλη του Σάο Πάολο για μίζες και καρτέλ στο δικό της Μετρό), μέρος και αυτό του γενικότερου φαγοποτιού των Ολυμπιακών Αγώνων.

Αφού τελείωσε το φαγοπότι της κατασκευής, αφού έκαναν τις προεκλογικές τους προσλήψεις, και αφού δαπάνησαν εκατομμύρια ευρώ για καπάτσους «ειδικούς συμβούλους» [1]― μόλις ήρθε η Κρίση έσπευσαν να κατηγορήσουν τους απλούς εργαζόμενους ως τεμπέληδες και άχρηστους. Κατόπιν άρχισαν τις απολύσεις, στέλνοντας τα ΜΑΤ σε όσους αντιδρούσαν και διατάσσοντας την επιστρατευσή τους.

Όλον αυτό τον καιρό, αντί να βοηθήσουν τον απλό κόσμο να χρησιμοποιήσει τις μαζικές συγκοινωνίες, αύξησαν (εν μέσω κρίσης και πρωτοφανούς ανεργίας) τις τιμές των εισιτηρίων κατά 40%, και έβαλαν πλάνα για περαιτέρω αύξηση στο €1.70 (υπό την πίεση μάλιστα της Τρόικας). Και όταν είδαν ότι η ληστρική τιμολόγηση έφερε τα αντίθετα αποτελέσματα, ξαμολύσανε σώμα ελεγκτών, στους οποίους δίνουν ποσοστά από τα πρόστιμα. Διώκουν δε ακόμα και αυτό το αυθόρμητο μέτρο αλληλεγύης, τη μεταβίβαση ενός έγκυρου εισιτηρίου σε επόμενο επιβάτη ― παρόλο που ο σχετικός νόμος το επιτρέπει.

Όσο για τους λόγους που τους απέτρεψαν να βάλουν εξαρχής μπάρες εισόδου και ηλεκτρονικές κάρτες, η εξήγηση είναι απλή: ώστε να μπορούν να στήσουν ακόμα ένα φαγοπότι γύρω απ’ την αλλαγή του συστήματος εισόδου, η οποία έχει ήδη δρομολογηθεί με κόστος 94 εκατομμύρια ευρώ, με υποβολή προσφορών από εταιρίες όπως η Intrasoft και η Άκτωρ. Αφού τα πληρώσουμε και αυτά ως δημόσιο, θα ξεπουλήσουν ή εκχωρησούν τις υποδομές των ΜΜΜ σε ιδιώτες,σε τιμή πολύ κάτω της αξίας τους, ώστε να χρησιμοποιήσουν αυτά τα ισχνά εφάπαξ έσοδα για να παρουσιάσουν ένα δήθεν «πλεόνασμα».

Οι δρόμοι, οι τηλεπικοινωνίες, η ενέργεια, η δημόσια ραδιοτηλεόραση, η Ολυμπιακή, το μετρό, ο ΟΣΕ, το αεροδρόμιο, τα λιμάνια, η ελληνική βιομηχανία, ο τουρισμός ― όλα πέρασαν ή ετοιμάζονται να περάσουν από την πορεία που περιγράψαμε παραπάνω, στην οποία ο κάθε Θανάσης δεν είναι παρά μια παράπλευρη απώλεια.

Their master’s voice

Αυτή η πορεία δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί με τόση ορμή και θρασύτητα, αν δεν αναλαμβάναν, γραφιάδες και «διανοούμενοι», να μας διδάξουν τι κακή είναι η νοοτροπία του Έλληνα, πόσο άχρηστοι και τεμπέληδες οι εργαζόμενοι, πόσο απαραίτητες οι ιδιωτικοποίησεις, και τι καλές και αγαθές οι προθέσεις της κυβέρνησης.

Πρόκειται για μια άτυπη propagandastaffel (υπηρεσία προπαγάνδας) στελεχωμένη από μεγαλοδημοσιογράφους των εργολαβο-κάναλων, οπαδούς του φιλελευθερισμού στην πιο βλάχικη εκδοχή του (όπως η Athens Voice και το Protagon), συγγραφείς (της οκάς), πανεπιστημιακούς (της κλίκας), και κάθε λογής συμπολιτευόμενους παρατρεχάμενους. Ανθρώπους σιωπηλούς απέναντι στα εγκλήματα και τις απάτες της ολιγαρχίας, λαλίστατους όμως όταν είναι να ασκήσουν κριτική στον Έλληνα γενικά, στους κατοίκους της επαρχίας, στους δημοσίους υπαλλήλους, στους απεργούς, και σε όποιον άλλο βρίσκεται στο στόχαστρο της εξουσίας.

Ακόμα και στις μέρες αυτές του πένθους, όπου αυθόρμητη αντίδραση είναι η θλίψη για τον αδικαχαμένο νεαρό, ορισμένοι,όπως η «συγγραφέας και πανεπιστημιακός» Λένα Διβάνη, δεν δίστασαν να χαρακτηρίσουν «τζαμπατζή» τον, άταφο ακόμα, δεκαεννιάχρονο, ρίχνοντας το φταίξιμο στον ίδιο με τη μορφή ηθικού ελλείματος.

Οι κολλητοί της, της πολιτικο-καλλιτεχνικής συντεχνίας, θα πουν ότι απλά «χρησιμοποίησε μια λάθος λέξη τη λάθος στιγμή» ― και ότι αν κάτι φανερώνει η όλη κατακραυγή είναι τη «μοχθηρία» του Έλληνα. Και όμως, τόσο η «λάθος λέξη» όσο και η υπερασπισή της αποτελλούν μάλλον εκδηλώσεις της ενστικτώδους απέχθειας των ομοτράπεζων της εξουσίας προς το λαό τους και τον απλό άνθρωπο ― στο Περιστέρι, το Πέραμα, την Τούμπα ή το Μπίθουλα.

Το παράπτωμα δεν είναι ούτε στιγμιαίο, ούτε λεκτικό ― είναι διαρκές, ταξικό και βιωματικό. Την ίδια απέχθεια άλλωστε εξέφρασε η κα. Διβάνη στην προμετωπίδα του βιβλίου της, «Αγάπη μου, συρρίκνωσα την Ελλάδα». Ορίστε τι, σύμφωνα με την «πανεπιστημιακό και συγγραφέα», έφταιξε για την Κρίση:

«Αγάπη μου, σ’ τ’ ορκίζομαι, δεν έχω ιδέα πώς έγινε αυτό. Εγώ πήγαινα κάθε μέρα στη δουλειά μου. (Εντάξει, όχι και κάθε μέρα· τις Παρασκευές την κοπανούσα για να φτάσω νωρίς στο Σούνιο – ποιος πάει παρασκευιάτικα στηνεφορία άλλωστε;). Είχα μόνο ένα αυτοκίνητο. (Το Smartάκι που πήρα για να παρκάρω εύκολα στο κέντρο δε μετράει· ούτε του παιδιού το Μini που το πήραμε μεταχειρισμένο). Δεν πήρα δάνειο παρά μόνο όταν έπρεπε να αγοράσω το διαμέρισμα στη Φιλοθέη. (Και μη μου πεις τι δουλειά είχαμε εμείς οι Κορυδαλλιώτες στη Φιλοθέη – δηλαδή μόνο οι πλούσιοι έχουν ψυχή;) Σαν εφοριακός δεν έκλεψα ποτέ την εφορία. (Έκλεβα μόνο από τα κλεφτρόνια τους φορολογούμενους, που δεν ήθελαν να φορολογηθούν – δηλαδή εθνικό έργο έκανα αν το καλοσκεφτείς.) Και ψήφιζα πάντα συνειδητά: απαιτούσα έργα, όχι μόνο λόγια. Θα τη διορίσεις τη Μαιρούλα μου, που είναι πτυχιούχος Παντείου; Θα την πάρεις την ψήφο μου.»

Ο τεμπέλης Έλληνας, που πάει κάθε Παρασκευοσάββατο στο Σούνιο, έχει διαμέρισμα στη Φιλοθέη, κύριο αυτοκίνητο, Smart και Mini για το παιδί, φοροδιαφεύγει, ψηφίζει με αντάλλαγμα διορισμό [2] κλπ κλπ.

Αυτή η καρικατούρα, του χλιδάτου άξεστου απατεώνα, είναι η εικόνα που έχουν για εμάς τους υπόλοιπους. Αυτά ― το σπίτι στη Φιλοθέη, το Smartάκι και το Mini για το παιδί ― φαντασιώνονται ότι ισχύουν για το μέσο έλληνα, τη μεσαία τάξη του Κορυδαλλού, του Περιστεριού, του Περάματος, της Κυψέλης κ.α. Για τον υπάλληλο, τον ελεύθερο επαγγελματία, το δάσκαλο, τον δημόσιο υπάλληλο, τον μικρο-καταστηματάρχη.

Για φτώχεια, ανεργία, λουκέτα, χρέη, αυτοκτονίες, μετανάστευση, απελπισία, δεν έχουν ακούσει τίποτα. Τα χιλιάδες μαγαζιά που «αγοράζουν χρυσό», αυτά τα βαρόμετρα της κρίσης, δεν τα έχουν δεί. Ούτε για την (πρό της Κρίσης) ανεργία, τη «γενιά των 700 ευρώ», και τη «διαρροή πτυχιούχων», είχαν ακούσει τίποτα.

Οργανικοί διανοούμενοι, δημοσιογράφοι και καλλιτέχνες, αυτιστικά κλεισμένοι στο μικροκοσμό τους σε κυριλέ προάστια ή σε κυριλέ παρεούλες, βολεύοντας ο ένας τον άλλο επί δεκαετίες, συνεργαζόμενοι αγαστά με κάθε κυβέρνηση και τρεφόμενοι από κρατικοδίαιτες επιχορηγήσεις, ευρωπαϊκά προγράμματα, επιτροπές, ΜΚΟ και οργανισμούς, μη ανεχόμενοι όσους δεν είναι στα κόλπα και στους κύκλους τους (παρά μόνο ως φολκλόρ διάκοσμο) ― περιγράφουν την Ελλάδα του 2013, λες και μόλις χθες κατέβηκαν απ’ τον Άρη.

Αποτελούν, και αυτοί, μέρος του σκηνικού της τραγωδίας μας ― είναι ο χορός που παίρνει το μέρος του Κρέοντα, τα κοράκια που σιγοντάρουν το Κράτος και τη Βία.

Ο χαμός του Θανάση στάθηκε μια ακόμα ευκαιρία να κυλίσουν ακόμη χαμηλότερα στη συνείδηση του κόσμου. Και αν κάτι ανθίσει από αυτή την απώλεια, θα είναι η αλληλεγγύη και η συνείδηση του ότι υποφέρουμε ― και παλεύουμε ― όλοι μαζί. Όπως το πλήθος του απλού κόσμου που έδωσε το παρών στην κηδεία, άνθρωποι που νοιάστηκαν το δράμα του διπλανού, και ας μην τον γνωρίζουν προσωπικά, και όχι για το χαμένο αντίτιμο του εισιτηρίου.

[1]Ενδεικτικά, η Γερμανική εφημερίδα Süddeutsche Zeitung αποκάλυψε μίζες από την (θυγατρική των Γερμανικών Σιδηροδρόμων) εταιρία συμβούλων για το Αττικό ΜΕΤΡΟ προς Έλληνες υπεύθυνους, ύψους 315.000 ευρώ, για μια και μόνο σχετική περίπτωση.

[2] Προφανώς η ίδια βρίσκει απόλυτα ηθικό, και ταιριαστό με τα προσόντα της ως ιστορικού, το διορισμό της από την κυβέρνηση ΓΑΠκαι τον κ.Γερουλάνο, στο Δ.Σ της ΕΡΤ εν μέσω Κρίσης. Λογικό ― αν περίσσευε η αυτοκριτική δεν θα ταλαιπωρούσε ούτε τη λογοτεχνία. –

 

 

Του Νίκου Βεντούρα από το «the press project»

Advertisements

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: