Αναρτήθηκε από: Τέκμωρ | Ιανουαρίου 13, 2014

Ο κ. Φραγκάς και οι άφραγκοι…

Η μέρα ήταν από αυτές που ο Θεός απλόχερα χαρίζει στο ποίμνιό του.  Είχαμε αράξει η μικρή παρέα στο ουζερί  της παραλίας, τσιμπολογούσαμε, πίναμε, και, όπως  συνηθίζαμε, αναλύαμε την πολιτική κατάσταση. Άλλος μιλούσε  με πάθος για τον καπιταλισμό, χωρίς να μπορεί να είναι καπιταλιστής.  Άλλος μιλούσε για τον  κομμουνισμό, χωρίς να` είναι κομμουνιστής.  Άφθονη θεωρία, πολλά λόγια, που χτυπούσαν  κατευθείαν τον αέρα.

Από το βάθος του ορίζοντα , ένα πλοίο άρχισε να προβάλει. Σαν πλησίαζε, όλο και περισσότερο τραβούσε την προσοχή μας. Ήταν ένα πραγματικό παλάτι. Στο πάνω κατάστρωμα  ο ιδιοκτήτης του, ο κύριος Φραγκάς,  είχε δίπλα του τον μικρό του γιό, που είχε αποκτήσει από τον τρίτο του γάμο με την πανέμορφη νεαρή  ουκρανή  Νατάσα.  Πάντα ήθελε να έχει δίπλα του κάτι εξαιρετικό, κάτι ιδιαίτερο. Κανείς δεν πρόσεχε τη μεγάλη του κοιλιά όταν ήταν δίπλα του, όλοι κοιτούσαν την όμορφη Νατάσα.  Άπλωσε το χέρι πάνω στον ώμο του παιδιού και του είπε: Πρέπει να είσαι περήφανος παιδί μου για τον πατέρα σου. Δεν είναι όπως αυτοί που είναι αραγμένοι στα καφενεία και παλεύουν με τα λόγια. Εγώ παιδί μου πάλεψα με το χρήμα και το νίκησα. Έχω μια τεράστια περιουσία., χάρη σε αυτά τα κορόιδα που βλέπεις εκεί έξω. Μα γιατί κορόιδα, πατέρα,  ψέλλισε ο μικρός.  Θα σου εξηγήσω, παιδί μου. Αυτό το σκάφος που η αξία του περνά τα τριακόσια εκατομμύρια, δεν το αγόρασα με δικά μου χρήματα. Όλοι αυτοί εκεί έξω μου το έχουν αγοράσει. Μα πώς, πατέρα;  είπε το παιδί. Οι περισσότεροι από  αυτούς  δεν έχουν ούτε βάρκα. Πώς πλήρωσαν το δικό μας σκάφος;  Είναι απλό, παιδί μου. Εμείς έχουμε γνωριμίες, έχουμε φίλους πολιτικούς, έχουμε φίλους τραπεζίτες, εμείς δουλεύουμε γι’ αυτούς και αυτοί για μάς. Οι δουλειές μας  δίνουν εξουσία.  Όταν για παράδειγμα αυτοί εκεί έξω  πάνε στην τράπεζα να ζητήσουν δάνειο για να κάνουν μια δουλειά, το δάνειο δεν το παίρνουν εύκολα. Πρέπει να πείσουν τον τραπεζίτη τι  θα το κάνουν , να αποδείξουν πως το αξιοποιούν, να βάλουν εγγυήσεις  και το χειρότερο απ’  όλα πρέπει σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα να το επιστρέψουν πίσω. Εμείς παιδί μου, το παίρνουμε πολύ εύκολα. Αν και παίρνουμε μεγάλα ποσά, δεν μας ρωτάει κανείς τι το θέλουμε και το καλύτερο απ’ όλα δεν το επιστρέφουμε ποτέ πίσω. Μας πως γίνεται αυτό πατέρα;  αναρωτήθηκε το παιδί. Δεν ενδιαφέρεται  η τράπεζα να πάρει πίσω τα χρήματα της;  Μη  σε στεναχωρεί, παιδί μου, το σύστημα έχει φροντίσει και γι’ αυτό. Η τράπεζα και οι τραπεζίτες παίρνουν πίσω τα χρήματα. Όχι από εμάς αλλά απ’ αυτούς εκεί έξω. Η τράπεζα ανακεφαλοποιείται. Δηλαδή το κράτος φορολογεί τους πολίτες του, τους παίρνει  τα χρήματα και τα δίνει στους τραπεζίτες, τους φίλους μας, που και αυτοί με τη σειρά τους κρατάν μεγάλα ποσά  και πάλι δίνουν σε εμάς . Μα δεν είναι δίκιο, τόλμησε να ψελλίσει ο μικρός. Κάνεις λάθος, παιδί μου. Αυτό είναι δίκαιο στο σύστημα που ζούμε. Άλλωστε αυτοί εκεί κάτω  αυτή τη στιγμή  οι περισσότεροι μιλούν για μας. Μας θαυμάζουν, ονειρεύονται νοερά να βρίσκονται πάνω σε αυτό το σκάφος  και πιστεύουν ότι μια μέρα θα το αποκτήσουν.  Λιγότεροι τα βάζουν μαζί μας και στη κακή τους τύχη που δεν έχουν τα δικά μας πλούτη, αλλά μέχρι εκεί. Σε λίγο, θα γυρίσουν πίσω στις δουλείες τους. Κι έτσι ο χρόνος περνά. Να τα  θυμάσαι,  παιδί μου, όλα αυτά, γιατί έτσι θα ζήσεις κι εσύ ο μικρός γιός του Φραγκά.  Ο καμαρότος  χτύπησε ευγενικά την πόρτα, άφησε πάνω στο αλαβάστρινο τραπέζι   το χρυσό δίσκο με το χαβιάρι και  την παγωμένη σαμπάνια.  Ο κύριος Φραγκάς  κοιτάζοντας  πέρα από τον ορίζοντα σήκωσε  ψηλά το  ποτήρι και ήπιε στη υγεία των κορόιδων,  ο μικρός Φραγκάς ρώτησε τον πατέρα του, αν το χαβιάρι και την σαμπάνια την πλήρωσαν τα κορόιδα  εκεί έξω. Ο Φραγκάς, γεμάτος περηφάνια, ψιθύρισε: είσαι παιδί μου, ένας πραγματικός Φραγκάς, και έσβησε το χαμόγελο του πίνοντας την παγωμένη σαμπάνια.

Εμείς στο ουζερί παραγγείλαμε το πέμπτο  τσίπουρο. Η κουβέντα  είχε ανάψει και μιας και δεν μπορέσαμε να συμφωνήσουμε για μια ακόμα φορά, ποιο  σύστημα μας εκφράζει, και ποιο είναι καλύτερο, κοιτάζοντας το υπέροχο σκάφος αρχίσαμε να ονειροπολούμε…

ν.

σ.σ. Η παραπάνω ιστορία είναι φανταστική και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.

Advertisements

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: