Αναρτήθηκε από: Τέκμωρ | Απρίλιος 1, 2014

Γύρω γύρω όλοι

Σε μια χώρα όπου θεωρείται

ο Κωνσταντίνος Μπογδάνος ποιητής,

ο Στέλιος Ράμφος φιλόσοφος,

ο Τάκης Θεοδωρόπουλος διανοούμενος,

ο Πάσχος Μανδραβέλης δημοσιογράφος,

η Λιάνα Κανέλλη κομμουνίστρια,

ο Γιώργος Καμίνης δήμαρχος,

ο Άδωνις Γεωργιάδης υπουργός,

η Νέα Δημοκρατία φιλελεύθερο κόμμα

και τα αλισβερίσια με την τρόικα διαπραγματεύσεις,

θα ερχόταν κάποτε η στιγμή που και ο Σταύρος Θεοδωράκης θα θεωρούνταν πολιτικός ρυθμιστής των εκλογών…

 

Ο όποιος αφορισμός εδώ δεν αφορά ούτε τα πρόσωπα αυτά καθαυτά ούτε το επαγγελματικό ή ιδεολογικό σημαίνον με το οποίο συμμετέχουν στον κοινωνικό στίβο. Αφορά το τρόπο με τον οποίο σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης δημόσια πρόσωπα και ομάδες ευθυγραμμίζονται με εξουσιαστικά πρότυπα και ορίζουν το αυτονόητο μέτρο εντός της. Αφορά, για παράδειγμα, την αξιολόγηση του περάσματος από το αυτονόητο των συμβολισμών του Βιβλιοπωλείου της Εστίας ως πολιτιστικού θεμέλιου στο αυτονόητο των συμβολισμών του Free Thinking Zone ως βιβλιοπωλείου/think tank. Από το αυτονόητο η Καθημερινή να δημοσιεύει επτά χρόνια πριν άρθρο με τίτλο «Χορεύοντας με την ακροδεξιά» (14/10/2007), όπου «τέσσερα στελέχη με φαιά δράση όχι μόνο απέκτησαν βήμα στη Βουλή αλλά απειλούν να “χρωματίσουν” το κόμμα του ΛΑΟΣ», στο αυτονόητο δύο εκ των στελεχών αυτών να θεωρούνται σήμερα εγγυητές των μεταρρυθμίσεων που θεμελίωσε η κυβερνητική συνεργασία του πρώην αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας με τον Γιώργο Καρατζαφέρη.

Με αφετηρία τα πρόσωπα, τα ερωτήματα πληθαίνουν. Πώς θα αντιμετωπιστούν από τον τον γερμανό σοσιαλδημοκράτη Μάρτιν Σουλτς, εκλεκτό του ΔΟΛ και του Ευάγγελου Βενιζέλου, οι λαϊκιστές της νέας ευρωπαϊκής ακροδεξιάς στις επικείμενες ευρωεκλογές, όταν έχουν συγκυβερνήσει φερειπείν με τους σοσιαλδημοκράτες και τους φιλελεύθερους στη δανείστρια Ολλανδία – πέμπτη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης; Πώς γίνεται ο ΣΥΡΙΖΑ να κατηγορείται ότι δεν έχει πολιτικό πρόγραμμα και την ιδια στιγμή να αποθεώνεται το ρυάκι του Σταύρου Θεοδωράκη ως ανανεωτική δύναμη της κεντροαριστεράς; Πόσο αυτονόητο είναι να δηλώνει ως κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΝΔ ο Μάκης Βορίδης ότι «η κυβέρνηση πηγαίνει στις διαπραγματεύσεις με την τρόικα ισχυρότερη από ποτέ»; (Καθημερινή, 11/11/2013).  Άραγε, η κυβέρνηση πηγαίνει στις διαπραγματεύσεις με την τρόικα, ισχυρότερη από ποτέ; Ή  η κυβέρνηση πηγαίνει στις διαπραγματεύσεις, με την τρόικα ισχυρότερη από ποτέ;

Χθες οι Atenistas, αύριο το Ποτάμι, οι σχηματισμοί του νέου παραδείγματος λειτουργούν σαν γομολάστιχα της ακροδεξιάς κασετίνας που σβήνει τα ορθογραφικά λάθη της μεταπολιτευτικής αφήγησης και προβάλλει στη θέση του πολιτικού μια ανούσια καλλιγραφία. Το μνημόνιο λειτουργεί σαν αγκαλιά για το ετερόκλητο πλήθος όλων όσοι ασφυκτιούσαν στη Μεταπολίτευση (όχι γιατί δεν είχαν προνομιακή πρόσβαση στο κράτος – ανέκαθεν είχαν, αλλά γιατί ποτέ δεν χώνεψαν ότι αυτή θα έπρεπε να την μοιραστούν με την πλέμπα) και φέρνει στην ίδια πλευρά του τραπεζικού γκισέ ακροδεξιούς τηλεκήρυκες και νεοφιλελεύθερους τεχνοκράτες. Αποδεικνύει, βέβαια, για άλλη μια φορά πως οι δύο αυτές κατηγορίες δεν έχουν ουσιαστικές διαφορές. Αν, όμως, σε συνθήκες ανθρωπιστικής κρίσης, η Αριστερά αρκεστεί μόνο στην καταγγελία της παραπάνω ταυτότητας των άλλων, τότε θα έχει χάσει το αυτονόητο μέτρο εντός της κοινωνίας.

Σε μια χώρα όπου θεωρείται μεταρρύθμιση η φυσική εξόντωση των αρρώστων και το αυτονόητο ορίζεται από αυτούς τους ποιητές, αυτούς τους φιλόσοφους, αυτούς τους διανοούμενους, αυτούς τους δημοσιογράφους, αυτούς τους κομμουνιστές, αυτούς τους δημάρχους, αυτούς τους υπουργούς, αυτούς τους φιλελεύθερους, αυτούς τους διαπραγματευτές, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μία επιλογή:

να μην θεωρείται ριζοσπαστικό κόμμα· NA EINAI.

Και ίσως τότε καταφέρει να κυβερνήσει.

 

 

Του Α.Γιαννίκου από το UNFOLLOW

 

 

Advertisements

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: